αλφηστής

ἀλφηστής, ο (Α) (Μ και ἀλφηστήρ, -ῆρος)
1. αυτός που συντηρείται, που αποζεί από την εργασία του, εργατικός, δραστήριος
2. είδος ψαριών που κολυμπούν κατά ζεύγη
3. φρ. «ἑκὰς ἀνδρῶν ἀλφηστάων», για τους Φαίακες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητική λ. γνωστή ήδη από την Οδύσσεια τού Ομήρου, όπου απαντά στη φρ. ἀνέρες ἀλφησταὶ «άνθρωποι δραστήριοι». Οι αρχαίοι λεξικογράφοι και η χρήση τής λ. στα ποιητικά κείμενα δεν βοηθούν ιδιαίτερα στον προσδιορισμό τής ακριβούς σημασίας της. Η λ. στον Όμηρο, όπου απαντά αρχικά, φαίνεται να σημαίνει «επιχειρηματικός, τολμηρός, ριψοκίνδυνος». Με βάση την παρατήρηση αυτή, η λ. θεωρήθηκε αρχικά παράγωγο τού ρήματος ἀλφάνω «κερδίζω». Το τέρμα δε –ηστὴς θεωρήθηκε προϊόν αναλογικού σχηματισμού κατ’ επίδραση τού ουσ. ὠμηστὴς «ωμοφάγος». Αυτή η σύνδεση τής λ. με το ὠμηστὴς οδήγησε σε μια άλλη ετυμολογική υπόθεση. Κατά το πρότυπο τού σχηματισμού τού ουσ. ὠμηστὴς (< ὠμὸς + -ηστὴς < ἔδω) είναι πιθ. η λ. ἀλφηστὴς να προήλθε από α΄ συνθ. ἀλφι- (< ἄλφι, ἄλφιτα) και β΄ συνθ. το ρ. έδω (< ΙΕ ρίζα ed- «τρώγω»). Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, η λ. ἀλφηστής αρχικά πρέπει να σήμαινε «αυτόν που τρώει αλεύρι», δηλ. αυτόν που κερδίζει το καθημερινό του ψωμί, την τροφή του, επομένως «τον εργατικό» και κατ’ επέκταση «τον δραστήριο, τόν ριψοκίνδυνο, τον τολμηρό». Προβληματική όμως παραμένει η χρήση τής λ. ως ονόματος ψαριού.
ΠΑΡ. αρχ. ἀλφηστικός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀλφηστής — earners masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφησταῖς — ἀλφηστής earners masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφησταῖσιν — ἀλφηστής earners masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφησταί — ἀλφηστής earners masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστᾶν — ἀλφηστής earners masc gen pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστῇσι — ἀλφηστής earners masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστῇσιν — ἀλφηστής earners masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστήν — ἀλφηστής earners masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλφηστῶν — ἀλφηστής earners masc gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλφηστικός — ἀλφηστικός, ο (Α) [ἀλφηστής] 1. ο αλφηστής 2. ο ένας πίσω από τον άλλον (όπως οι ἀλφησταὶ ἰχθύες) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.